Η Μιμή Ντενίση, η απόλυτη κυρία του ελληνικού θεάτρου και μια γυναίκα που έχει σφραγίσει με την παρουσία της την καλλιτεχνική ζωή του τόπου για δεκαετίες, προχώρησε σε μια εξομολόγηση που συγκλονίζει. Η σπουδαία ηθοποιός και δημιουργός, με την ευθύτητα που τη χαρακτηρίζει, αποφάσισε να μιλήσει για τις εσωτερικές της μάχες, αποκαλύπτοντας πτυχές της προσωπικότητάς της που το ευρύ κοινό ίσως να μην είχε φανταστεί ποτέ. Πίσω από τη λάμψη των προβολέων και την αδιαμφισβήτητη γοητεία της, η Μιμή Ντενίση έκρυβε πάντα μια βαθιά και επίμονη αγωνία.
Όπως εξήγησε η ίδια, η μεγαλύτερη ανησυχία της δεν ήταν ποτέ η φθορά του χρόνου ή η προσπάθεια να διατηρήσει την ομορφιά της αλώβητη. Σε αντίθεση με ό,τι θα περίμενε κανείς από μια γυναίκα που λατρεύτηκε για την εμφάνισή της, η δική της «μάχη» δινόταν σε ένα τελείως διαφορετικό επίπεδο. Η αγωνία της ήταν να μην εγκλωβιστεί στην απλή ετικέτα της «ωραίας» ή της «εντυπωσιακής». Ήθελε απεγνωσμένα να αποδείξει πως πίσω από ένα όμορφο πρόσωπο υπάρχει μια ισχυρή διάνοια, μια εργατική φύση και μια καλλιτεχνική οντότητα με βαθύ περιεχόμενο.

Η Μιμή Ντενίση περιγράφει την καθημερινή προσπάθεια που κατέβαλε όλα αυτά τα χρόνια για να σπάσει τα στερεότυπα. Για εκείνη, το να μένει κανείς στην επιφάνεια ήταν πάντα μια μορφή πνευματικού θανάτου. Η ατμόσφαιρα γύρω από τις επιλογές της —από τη συγγραφή ιστορικών έργων μέχρι τις μεγάλες παραγωγές— ήταν πάντα ηλεκτρισμένη από αυτή την ανάγκη για ουσία. Δεν την ενδιέφερε να είναι απλώς η πρωταγωνίστρια που θα θαυμάσουν οι θεατές για το κοστούμι της, αλλά ο άνθρωπος που θα τους προβληματίσει, που θα τους διδάξει και που θα αφήσει ένα ανεξίτηλο στίγμα στον πολιτισμό.
Η πορεία της στον χρόνο αποδεικνύει πως τα κατάφερε. Παραμένοντας μια γυναίκα με σπάνια αισθητική, κατάφερε να επιβάλει τον σεβασμό μέσα από τη δουλειά της, κερδίζοντας μια θέση στο πάνθεον των δημιουργών. Η εξομολόγησή της αυτή είναι ένα μάθημα για το πώς η θέληση μπορεί να νικήσει κάθε προκατάληψη. Η Μιμή Ντενίση δεν φοβήθηκε ποτέ τις ρυτίδες της ψυχής, φοβήθηκε μόνο τη στασιμότητα και τον περιορισμό σε μια εικόνα που δεν θα είχε τίποτα άλλο να πει. Σήμερα, κοιτάζοντας πίσω, νιώθει δικαιωμένη που επέλεξε τον δύσκολο δρόμο της ουσίας αντί για τον εύκολο δρόμο της απλής «ετικέτας».