Μια από τις πιο προσωπικές εξομολογήσεις της ζωής του έκανε ο Μίλτος Πασχαλίδης, μιλώντας ανοιχτά για μια δύσκολη περίοδο που πέρασε πριν από χρόνια. Ο γνωστός τραγουδοποιός δεν προσπάθησε να κρύψει όσα βίωσε, αλλά περιέγραψε με ειλικρίνεια πώς αντιμετώπισε την κατάθλιψη και γιατί αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια από ειδικό.
Η εξομολόγηση έγινε τον Μάιο του 2025, όταν ο Μίλτος Πασχαλίδης βρέθηκε καλεσμένος στην εκπομπή «Στούντιο 4». Εκεί μίλησε για την πορεία του, τους ανθρώπους που στάθηκαν δίπλα του και μια περίοδο που, όπως ο ίδιος παραδέχθηκε, ήταν ιδιαίτερα δύσκολη.
Ο ίδιος αποκάλυψε ότι αντιμετώπισε κατάθλιψη το καλοκαίρι του 2016. Δεν δίστασε να περιγράψει πόσο άσχημα ένιωθε τότε, λέγοντας πως αισθανόταν μουδιασμένος και πως δεν ήταν καλά.
Η απόφασή του να μιλήσει δημόσια για εκείνη την περίοδο δεν ήταν τυχαία.
Ήθελε, όπως εξήγησε, να δείξει ότι η αναζήτηση βοήθειας από έναν ειδικό δεν είναι κάτι για το οποίο κάποιος πρέπει να αισθάνεται ντροπή.
«Πήγα σε ψυχίατρο», ανέφερε χαρακτηριστικά, εξηγώντας πως, αν χρειαζόταν φαρμακευτική αγωγή, θα την έπαιρνε.
Για τον Μίλτο Πασχαλίδη, η αντιμετώπιση ενός προβλήματος ψυχικής υγείας δεν θα έπρεπε να θεωρείται διαφορετική από την αντιμετώπιση ενός σωματικού προβλήματος. Με έναν πολύ απλό παραλληλισμό προσπάθησε να περάσει το δικό του μήνυμα: όπως κάποιος απευθύνεται σε ορθοπεδικό όταν τραυματίζει το χέρι του, έτσι μπορεί να απευθυνθεί σε έναν ειδικό όταν αισθάνεται ότι η ψυχή του έχει πληγωθεί.
Η δική του εμπειρία, όμως, δεν περιορίστηκε στην επίσκεψη στον ψυχίατρο.
Σημαντικό ρόλο έπαιξαν και οι άνθρωποι που βρίσκονταν δίπλα του εκείνη την περίοδο. Ο ίδιος ανέφερε τον Γιώργο Νταλάρα, τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου και τον Ηλία Μπενέτο, μεταξύ άλλων, ως ανθρώπους στους οποίους μίλησε για την κατάστασή του και από τους οποίους έλαβε στήριξη.
Ιδιαίτερη θέση στην αφήγησή του είχε ο Θάνος Μικρούτσικος.
Ο σπουδαίος μουσικοσυνθέτης στάθηκε κοντά του σε εκείνη τη δύσκολη φάση και, σύμφωνα με όσα έχει περιγράψει ο Πασχαλίδης, οι δυο τους μιλούσαν πολύ. Η σχέση τους ήταν σημαντική για τον τραγουδοποιό και η παρουσία του Μικρούτσικου αποτέλεσε ένα από τα σημεία αναφοράς στην αφήγησή του για εκείνη την περίοδο.
Ο Πασχαλίδης δεν προσπάθησε να παρουσιάσει τον εαυτό του ως ειδικό.
Αντίθετα, ξεκαθάρισε ότι μιλά ως άνθρωπος που πέρασε κάτι δύσκολο και όχι ως επαγγελματίας ψυχικής υγείας. Η δική του εμπειρία, ωστόσο, τον έκανε να αισθανθεί ότι μπορεί να σταθεί δίπλα και σε άλλους ανθρώπους που περνούν παρόμοιες δυσκολίες.
Αυτός ήταν ένας από τους λόγους για τους οποίους αποφάσισε να μιλήσει δημόσια.
Όταν αισθάνθηκε ότι η δύσκολη περίοδος είχε περάσει και είχε ηρεμήσει, άρχισε να μοιράζεται την εμπειρία του. Ήθελε, όπως είπε, να βοηθήσει ώστε να φύγει ένα μέρος της ενοχής και του φόβου που συχνά συνοδεύει τέτοιες καταστάσεις.
Και η εξομολόγηση αυτή απέκτησε ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή ο ίδιος δεν μίλησε μόνο για τη θλίψη.
Μίλησε για το «μούδιασμα» που μπορεί να συνοδεύει την κατάθλιψη και για τη διαφορά ανάμεσα στη βαθιά στενοχώρια και σε μια κατάσταση που χρειάζεται την προσοχή ειδικού. Σε μεταγενέστερη τηλεοπτική του εμφάνιση, τον Ιούλιο του 2025, επανήλθε στο θέμα και τόνισε ξανά τη σημασία της αναζήτησης βοήθειας.

Η ιστορία του Μίλτου Πασχαλίδη δεν αφορά μόνο μια δύσκολη περίοδο του παρελθόντος.
Αφορά και τον τρόπο με τον οποίο επέλεξε να τη διαχειριστεί.
Αντί να κρατήσει την εμπειρία αποκλειστικά για τον εαυτό του, αποφάσισε να τη μετατρέψει σε μια δημόσια συζήτηση. Για έναν καλλιτέχνη που έχει συνηθίσει να εκφράζει μέσα από τη μουσική του όσα αισθάνεται, η απόφαση να μιλήσει τόσο άμεσα για την ψυχική του κατάσταση είχε ιδιαίτερο βάρος.
Δεν έκρυψε ότι χρειάστηκε στήριξη.
Δεν έκρυψε ότι επισκέφθηκε ψυχίατρο.
Και δεν έκρυψε ότι υπήρξαν στιγμές κατά τις οποίες δεν ήταν καλά.
Παράλληλα, η εξομολόγηση ανέδειξε και κάτι ακόμη: πόσο σημαντικό μπορεί να είναι για έναν άνθρωπο να έχει γύρω του φίλους που ακούν χωρίς να κρίνουν. Ο ίδιος στάθηκε ιδιαίτερα στη σημασία των απλών πραγμάτων. Μια συζήτηση, μια παρουσία, ένας άνθρωπος που θα μείνει δίπλα σου όταν τα πράγματα δυσκολεύουν.
Για τον Πασχαλίδη, αυτή η στήριξη είχε σημασία.
Και ίσως γι’ αυτό, χρόνια αργότερα, επέλεξε να μιλήσει τόσο ανοιχτά.
Η κατάθλιψη που αντιμετώπισε το 2016 ανήκει στο παρελθόν της ζωής του και δεν αποτελεί ένδειξη ότι σήμερα βρίσκεται σε αντίστοιχη κατάσταση. Αυτό που παραμένει είναι η εμπειρία που αποκόμισε και η επιθυμία του να μιλά χωρίς ταμπού για την ψυχική υγεία.
Ο ίδιος έχει περιγράψει αυτή τη διαδικασία ως κάτι που τελικά του «έλυσε το στόμα». Από το να μιλά μόνο για τον εαυτό του, θέλησε να μπορεί να λειτουργεί και ως συμπαραστάτης για κάποιον άλλο που ίσως βρίσκεται σε παρόμοιο σημείο.
Και αυτή είναι ίσως η πιο δυνατή πλευρά της εξομολόγησής του.
Δεν παρουσίασε μια εύκολη λύση.
Δεν ισχυρίστηκε ότι η προσωπική του εμπειρία μπορεί να αντικαταστήσει την επιστημονική βοήθεια.
Απλώς μίλησε για το δικό του ταξίδι και για την απόφαση να μην αντιμετωπίσει μόνος του κάτι που τον είχε επηρεάσει βαθιά.
Για έναν άνθρωπο που έχει συνδέσει το όνομά του με τη μουσική, τους στίχους και τη σκηνή, αυτή η αποκάλυψη έδειξε μια διαφορετική πλευρά του. Πίσω από τον καλλιτέχνη υπήρχε ένας άνθρωπος που κάποια στιγμή χρειάστηκε να πει ότι δεν είναι καλά και να ζητήσει βοήθεια.
Και το γεγονός ότι το έκανε δημόσια, αφού πρώτα είχε περάσει η δύσκολη περίοδος, είχε για τον ίδιο έναν συγκεκριμένο σκοπό: να κάνει έναν ακόμη άνθρωπο να αισθανθεί λιγότερο μόνος.
Ίσως τελικά αυτή να ήταν και η σημαντικότερη εξομολόγηση που μπορούσε να κάνει.