Η είδηση του θανάτου της Μάρως Κοντού σκόρπισε βαθιά θλίψη στην Ελλάδα. Η σπουδαία ηθοποιός, που αγαπήθηκε μέσα από δεκάδες ταινίες, θεατρικές παραστάσεις και τηλεοπτικές εμφανίσεις, έφυγε από τη ζωή στις 15 Ιουλίου 2026, σε ηλικία 92 ετών. Λίγες μόλις ημέρες νωρίτερα, όλα έδειχναν πως είχε επιστρέψει στο σπίτι της για να συνεχίσει εκεί την ανάρρωσή της.
Η πορεία όμως εξελίχθηκε διαφορετικά. Η Μάρω Κοντού είχε παραμείνει για 15 ημέρες στο νοσοκομείο «Αττικόν» και πήρε εξιτήριο στα τέλη Ιουνίου, αφού οι τελευταίες εξετάσεις είχαν δείξει ότι η κατάστασή της είχε σταθεροποιηθεί. Επέστρεψε στο σπίτι της, κοντά στους δικούς της ανθρώπους, όμως στη συνέχεια η υγεία της παρουσίασε σημαντική επιδείνωση. Χρειάστηκε να μεταφερθεί στον «Άγιο Σάββα», όπου νοσηλεύτηκε τις τελευταίες ημέρες της ζωής της.
Η εξέλιξη αυτή κάνει ακόμη πιο συγκλονιστικό το χρονικό των τελευταίων εβδομάδων της. Στις 30 Ιουνίου, οι γιατροί είχαν αποφασίσει να της δώσουν εξιτήριο, αφού αξιολόγησαν τα αποτελέσματα των εξετάσεων που είχε υποβληθεί την ίδια ημέρα. Οι πληροφορίες που μεταδόθηκαν τότε ήταν καθησυχαστικές και ανέφεραν ότι η κατάσταση της υγείας της είχε σταθεροποιηθεί και δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας.
Η 92χρονη ηθοποιός είχε εισαχθεί στο «Αττικόν» μετά από πτώση στο σπίτι της. Οι πληροφορίες εκείνης της περιόδου ανέφεραν κάκωση στο αριστερό ισχίο, ενώ άλλα δημοσιεύματα έκαναν λόγο και για κάταγμα πλευρού. Παρέμεινε υπό ιατρική παρακολούθηση και ακολούθησε την αγωγή που της είχαν συστήσει οι γιατροί.
Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της, μάλιστα, είχε γίνει γνωστό ότι η Μάρω Κοντού βρισκόταν σε τετράκλινο θάλαμο της καρδιολογικής κλινικής. Ο πρόεδρος της ΠΟΕΔΗΝ, Μιχάλης Γιαννάκος, είχε μιλήσει δημόσια για την κατάσταση της ηθοποιού, μεταφέροντας την εικόνα ότι παρουσίαζε βελτίωση και ότι υπήρχε η προοπτική να επιστρέψει σύντομα στο σπίτι της.
Και πράγματι, η επιστροφή αυτή έγινε. Η Μάρω Κοντού έφυγε από το «Αττικόν» και γύρισε στο σπίτι της, όπου θα συνέχιζε την ανάρρωσή της. Εκείνη τη στιγμή, τίποτα από όσα ήταν γνωστά δημοσίως δεν προμήνυε ότι μέσα σε λίγες ημέρες η κατάσταση θα άλλαζε τόσο δραματικά.
Σύμφωνα με όσα έγιναν γνωστά μετά τον θάνατό της, η υγεία της επιδεινώθηκε αισθητά αφού είχε επιστρέψει στο σπίτι. Ο Μιχάλης Γιαννάκος ανέφερε ότι χρειάστηκε να διακομιστεί στον «Άγιο Σάββα», όπου παρέμεινε νοσηλευόμενη μέχρι το τέλος.
Το πρωί της 15ης Ιουλίου ήρθε η τραγική ανακοίνωση. Η Μάρω Κοντού άφησε την τελευταία της πνοή στον «Άγιο Σάββα», παρά τις προσπάθειες των γιατρών. Το επίσημο ιατρικό ανακοινωθέν του νοσοκομείου ανέφερε ότι ο θάνατός της επήλθε μετά από «σοβαρή επιδείνωση» της κατάστασης της υγείας της.
Δεν χρειάστηκε μια μακρά ανακοίνωση για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος της απώλειας. Η Μάρω Κοντού υπήρξε μία από τις πλέον αναγνωρίσιμες παρουσίες του ελληνικού κινηματογράφου και θεάτρου. Για πολλές γενιές θεατών ήταν κάτι περισσότερο από μια επιτυχημένη ηθοποιός. Ήταν ένα πρόσωπο οικείο, ένα κομμάτι από τις αναμνήσεις μιας ολόκληρης εποχής.
Η καριέρα της ήταν εντυπωσιακή σε διάρκεια και εύρος. Εμφανίστηκε στο θέατρο από τα τέλη της δεκαετίας του 1950 και στη συνέχεια δημιούργησε μια μεγάλη κινηματογραφική διαδρομή. Σύμφωνα με τα βιογραφικά στοιχεία που δημοσιεύτηκαν μετά τον θάνατό της, συμμετείχε σε περισσότερες από 60 ταινίες και περίπου 90 θεατρικά έργα.
Το κοινό τη θυμάται σε αγαπημένες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου, σε ρόλους που έγιναν διαχρονικοί. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει φυσικά η «Ελενίτσα» από την κλασική ταινία «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα», αλλά και οι εμφανίσεις της σε έργα όπως «Η Ιταλίδα από την Κυψέλη» και «Η Σοφερίνα».

Η παρουσία της όμως δεν περιορίστηκε στον κινηματογράφο. Η Μάρω Κοντού συνέχισε να εργάζεται και να εμφανίζεται για πολλές δεκαετίες, διατηρώντας μια ιδιαίτερη σχέση με το κοινό. Ακόμη και σε προχωρημένη ηλικία παρέμενε ενεργή, με συμμετοχές σε τηλεοπτικές παραγωγές, ενώ είχε ασχοληθεί και με τη ζωγραφική.
Λίγους μήνες πριν από τον θάνατό της είχε μιλήσει στη Φαίη Σκορδά και στην εκπομπή «Buongiorno» για τη ζωή, την ηλικία και τη διάθεσή της. Τότε είχε περιγράψει τον εαυτό της ως μια γυναίκα που, παρά τα χρόνια, αισθανόταν πολύ νεότερη εσωτερικά. Είχε μιλήσει για την ανάγκη να υπάρχει ενέργεια και να μη μένει κανείς αδρανής.
Αυτά τα λόγια αποκτούν πλέον διαφορετικό βάρος. Γιατί η Μάρω Κοντού έφυγε έχοντας αφήσει πίσω της μια καριέρα που κράτησε περισσότερο από μισό αιώνα και έναν τεράστιο αριθμό ρόλων που παραμένουν ζωντανοί μέσα από τις επαναλήψεις των παλιών ελληνικών ταινιών.
Η τελευταία περίοδος της ζωής της εξελίχθηκε μέσα σε λίγες εβδομάδες. Από την πτώση στο σπίτι και τη νοσηλεία στο «Αττικόν», στις 15 ημέρες παραμονής στο νοσοκομείο και στη συνέχεια στο εξιτήριο, μέχρι την ξαφνική επιδείνωση, τη μεταφορά στον «Άγιο Σάββα» και τελικά τον θάνατό της.
Ίσως το πιο δύσκολο κομμάτι αυτής της ιστορίας είναι ακριβώς η αντίθεση ανάμεσα στις δύο εικόνες. Από τη μία, το εξιτήριο και η επιστροφή στο σπίτι, με τους γιατρούς να θεωρούν ότι η κατάσταση είχε σταθεροποιηθεί. Από την άλλη, λίγες ημέρες αργότερα, η σοβαρή επιδείνωση και η μεταφορά σε άλλο νοσοκομείο.
Για την ακριβή αιτία της επιδείνωσης δεν έχουν δημοσιοποιηθεί περισσότερες λεπτομέρειες πέρα από όσα αναφέρει το επίσημο ανακοινωθέν. Επομένως, δεν μπορεί να ειπωθεί με βεβαιότητα κάτι περισσότερο από αυτό που γνωρίζουμε: η κατάσταση της υγείας της επιδεινώθηκε σοβαρά και, παρά τις προσπάθειες των γιατρών, η Μάρω Κοντού πέθανε το πρωί της 15ης Ιουλίου.
Η είδηση του θανάτου της δεν ήταν απλώς η απώλεια μιας ακόμη μεγάλης ηθοποιού. Ήταν το κλείσιμο ενός ολόκληρου κεφαλαίου του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου. Μια γυναίκα που για δεκαετίες χαμογέλασε μέσα από τη μεγάλη οθόνη, γέμισε θεατρικές σκηνές και έγινε μέρος των αναμνήσεων εκατομμυρίων ανθρώπων, έφυγε στα 92 της χρόνια.
Και τελικά, εκείνη η επιστροφή στο σπίτι μετά το εξιτήριο δεν ήταν η αρχή της ανάρρωσης που όλοι περίμεναν. Ήταν μια σύντομη ανάσα πριν από τη νέα επιδείνωση που οδήγησε στον «Άγιο Σάββα». Εκεί, στις 15 Ιουλίου 2026, γράφτηκε η τελευταία σελίδα της ζωής της Μάρως Κοντού.
Η Ελλάδα αποχαιρετά μια γυναίκα που δεν θα μείνει στη μνήμη μόνο για τις ταινίες της. Θα μείνει για τους ρόλους, τη θεατρική της παρουσία, την ενέργεια και την ξεχωριστή προσωπικότητα που κουβαλούσε σε κάθε εμφάνισή της. Και οι εικόνες της από τον παλιό ελληνικό κινηματογράφο θα συνεχίσουν να θυμίζουν μια εποχή που, όπως και η ίδια, δεν πρόκειται πραγματικά να φύγει ποτέ.