Ο Γιάννης Βογιατζής αποτελεί μία από τις πιο αναγνωρίσιμες και αγαπητές φυσιογνωμίες της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου. Με μια καριέρα που εκτείνεται σε δεκαετίες, κατάφερε να αφήσει ανεξίτηλο αποτύπωμα μέσα από ρόλους που συνδύαζαν το χιούμορ, την αμεσότητα και μια σπάνια υποκριτική φυσικότητα.
Από τα πρώτα του βήματα στο θέατρο στα μέσα της δεκαετίας του ’50, φάνηκε ότι είχε μια ιδιαίτερη κλίση στην κωμωδία, χωρίς όμως να περιορίζεται αποκλειστικά σε αυτή. Η εκπαίδευσή του στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου τον βοήθησε να χτίσει μια σταθερή βάση, πάνω στην οποία ανέπτυξε μια πολυσχιδή καλλιτεχνική πορεία.
Στον κινηματογράφο έκανε το ντεμπούτο του το 1957 και πολύ γρήγορα άρχισε να συμμετέχει σε παραγωγές που έμελλε να γίνουν κλασικές του ελληνικού σινεμά. Συνεργάστηκε με σημαντικούς δημιουργούς και βρέθηκε σε ταινίες που σημάδεψαν μια ολόκληρη εποχή, κυρίως μέσα από τον χώρο της λαϊκής κωμωδίας και των μιούζικαλ.

Ο ρόλος που τον καθιέρωσε στο ευρύ κοινό ήταν αυτός του «Μικέ Παρδάλογλου» στην ταινία «Ο Μικές παντρεύεται» (1968). Ο χαρακτήρας αυτός, με την ιδιαίτερη αφέλεια και τις χαρακτηριστικές ατάκες του, έγινε σημείο αναφοράς για την ελληνική κωμωδία και συνδέθηκε για πάντα με το όνομά του.
Παράλληλα, ο Βογιατζής υπήρξε ιδιαίτερα δραστήριος και στο θέατρο, συμμετέχοντας σε παραστάσεις τόσο πρόζας όσο και επιθεώρησης, ενώ συνεργάστηκε με σπουδαίους θιάσους της εποχής. Η παρουσία του στην τηλεόραση ήρθε να συμπληρώσει μια ήδη πλούσια καλλιτεχνική διαδρομή, με συμμετοχές σε σειρές που αγαπήθηκαν από το κοινό.
Συνολικά, εμφανίστηκε σε δεκάδες ταινίες, κυρίως κωμικές παραγωγές, όπου ξεχώρισε για τη φυσικότητα και την ικανότητά του να δίνει ζωή ακόμη και στους πιο απλούς χαρακτήρες. Η καλλιτεχνική του πορεία τον καθιέρωσε ως έναν από τους πιο σταθερούς εκπροσώπους της λαϊκής ελληνικής κωμωδίας, με διαχρονική απήχηση.
Ακόμη και σήμερα, το όνομά του παραμένει συνδεδεμένο με μια ολόκληρη εποχή του ελληνικού σινεμά, όπου η απλότητα, το χιούμορ και η αυθεντικότητα είχαν πρωταγωνιστικό ρόλο. Ο «Μικές» δεν ήταν απλώς ένας ρόλος, αλλά μια εικόνα που έμεινε χαραγμένη στη συλλογική μνήμη του κοινού.